Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rebatir
01
αντικρούω
rechazar o contradecir una idea, argumento o afirmación con razones o pruebas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
rebato
γ΄ ενικό πρόσωπο
rebate
ενεστώτα μετοχή
rebatiendo
απλός αόριστος
rebatió
παθητική μετοχή
rebatido



























