rebatir
Pronunciation
/rˌeβatˈiɾ/

Ορισμός και σημασία του "rebatir"στα ισπανικά

rebatir
01

αντικρούω

rechazar o contradecir una idea, argumento o afirmación con razones o pruebas 
rebatir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
rebato
γ΄ ενικό πρόσωπο
rebate
ενεστώτα μετοχή
rebatiendo
απλός αόριστος
rebatió
παθητική μετοχή
rebatido
Παραδείγματα
El abogado rebatió los argumentos de la acusación. 

Ο δικηγόρος αντέκρουσε τα επιχειρήματα της κατηγορίας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store