Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
aseverar
01
βεβαιώνω, διατείνομαι
afirmar o declarar algo con seguridad y firmeza
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
asevero
γ΄ ενικό πρόσωπο
asevera
ενεστώτα μετοχή
aseverando
απλός αόριστος
aseveró
παθητική μετοχή
aseverado
Παραδείγματα
El informe asevera la importancia del estudio.
Η έκθεση βεβαιώνει τη σημασία της μελέτης.



























