aseverar
Pronunciation
/ˌaseβɛɾˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "aseverar"στα ισπανικά

aseverar
01

βεβαιώνω, διατείνομαι

afirmar o declarar algo con seguridad y firmeza 
aseverar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
asevero
γ΄ ενικό πρόσωπο
asevera
ενεστώτα μετοχή
aseverando
απλός αόριστος
aseveró
παθητική μετοχή
aseverado
Παραδείγματα
El testigo aseveró haber visto el accidente. 

Ο μάρτυρας βεβαίωσε ότι είδε το ατύχημα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store