asfaltado

Ορισμός και σημασία του "asfaltado"στα ισπανικά

01

ασφαλτοστρωμένος, ασφαλτωμένος

cubierto o pavimentado con asfalto
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el mas asfaltado
συγκριτικός βαθμός
mas asfaltado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
asfaltado
αρσενικό πληθυντικό
asfaltados
θηλυκό ενικό
asfaltada
θηλυκό πληθυντικό
asfaltadas
Παραδείγματα
Se reemplazó el suelo por uno asfaltado.
Η επιφάνεια αντικαταστάθηκε με ασφαλτοστρωμένη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store