Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
asfaltado
01
ασφαλτοστρωμένος, ασφαλτωμένος
cubierto o pavimentado con asfalto
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el mas asfaltado
συγκριτικός βαθμός
mas asfaltado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
asfaltado
αρσενικό πληθυντικό
asfaltados
θηλυκό ενικό
asfaltada
θηλυκό πληθυντικό
asfaltadas
Παραδείγματα
Se reemplazó el suelo por uno asfaltado.
Η επιφάνεια αντικαταστάθηκε με ασφαλτοστρωμένη.



























