refutable
Pronunciation
/rˌefutˈaβle/

Ορισμός και σημασία του "refutable"στα ισπανικά

01

ανασκευάσιμος

que puede ser rebatido o demostrado como falso mediante pruebas o argumentos 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el mas refutable
συγκριτικός βαθμός
mas refutable
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
refutable
αρσενικό πληθυντικό
refutables
θηλυκό ενικό
refutable
θηλυκό πληθυντικό
refutables
Παραδείγματα
La teoría es refutable con nuevos datos. 

Η θεωρία είναι διαψεύσιμη με νέα δεδομένα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store