la vía oral
Pronunciation
/bˈia ɔɾˈal/

Ορισμός και σημασία του "vía oral"στα ισπανικά

01

από του στόματος χορήγηση

forma de administración de un medicamento a través de la boca 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
El medicamento se administra por vía oral. 

Το φάρμακο χορηγείται από το στόμα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store