Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
contrarrestar
01
εξουδετερώνω, αντισταθμίζω
reducir o anular el efecto de una sustancia, acción o proceso
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
contrarresto
γ΄ ενικό πρόσωπο
contrarresta
ενεστώτα μετοχή
contrarrestando
απλός αόριστος
contrarrestó
παθητική μετοχή
contrarrestado
Παραδείγματα
La terapia ayuda a contrarrestar la inflamación.
Η θεραπεία βοηθά στην αντιμετώπιση της φλεγμονής.



























