Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
intravenosa
01
ενδοφλέβιος
que se administra directamente en una vena
Παραδείγματα
El paciente recibió antibióticos intravenosos.
Ο ασθενής έλαβε ενδοφλέβια αντιβιοτικά.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ενδοφλέβιος