Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
intrigante
01
ενδιαφέρον, συναρπαστικός
que despierta gran interés o curiosidad
Παραδείγματα
La trama de la película era intrigante y llena de giros.
Η πλοκή της ταινίας ήταν συναρπαστική και γεμάτη ανατροπές.



























