intrigante

Ορισμός και σημασία του "intrigante"στα ισπανικά

intrigante
01

ενδιαφέρον, συναρπαστικός

que despierta gran interés o curiosidad
intrigante definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο σε -nte
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más intrigante
συγκριτικός βαθμός
más intrigante
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
intrigante
αρσενικό πληθυντικό
intrigantes
θηλυκό ενικό
intrigante
θηλυκό πληθυντικό
intrigantes
Παραδείγματα
La trama de la película era intrigante y llena de giros.
Η πλοκή της ταινίας ήταν συναρπαστική και γεμάτη ανατροπές.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store