Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
intramuscular
01
ενδομυϊκός
que se administra o se realiza dentro del músculo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
intramuscular
αρσενικό πληθυντικό
intramusculares
θηλυκό ενικό
intramuscular
θηλυκό πληθυντικό
intramusculares
Παραδείγματα
La vacuna se aplica de forma intramuscular.
Το εμβόλιο χορηγείται ενδομυϊκά.



























