Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La mojigatería
01
υποκρισία, πουριτανισμός
actitud excesivamente recatada o moralista en temas de conducta o sexualidad
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
mojigaterías
Παραδείγματα
Su mojigatería resulta anticuada.
Η υποκρισία του φαίνεται ξεπερασμένη.



























