aniquilar
Pronunciation
/ˌanikilˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "aniquilar"στα ισπανικά

aniquilar
01

εξολοθρεύω

destruir completamente a un grupo o eliminarlo por completo 
aniquilar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
aniquilo
γ΄ ενικό πρόσωπο
aniquila
ενεστώτα μετοχή
aniquilando
απλός αόριστος
aniquiló
παθητική μετοχή
aniquilado
Παραδείγματα
El ejército intentó aniquilar al enemigo. 

Ο στρατός προσπάθησε να εξοντώσει τον εχθρό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store