Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
aniquilar
01
εξολοθρεύω
destruir completamente a un grupo o eliminarlo por completo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
aniquilo
γ΄ ενικό πρόσωπο
aniquila
ενεστώτα μετοχή
aniquilando
απλός αόριστος
aniquiló
παθητική μετοχή
aniquilado
Παραδείγματα
La ciudad fue prácticamente aniquilada.
Η πόλη ουσιαστικά εξαλείφθηκε.



























