Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La criminalidad
01
εγκληματικότητα
carácter o nivel de actividad delictiva en una persona o sociedad
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La criminalidad aumentó este año.
Η εγκληματικότητα αυξήθηκε φέτος.



























