Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pronosticar
01
προβλέπω, προμαντεύω
predecir el futuro o el resultado de algo basándose en datos, señales o experiencia
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
pronostico
γ΄ ενικό πρόσωπο
pronostica
ενεστώτα μετοχή
pronosticando
απλός αόριστος
pronosticó
παθητική μετοχή
pronosticado
Παραδείγματα
Los expertos pronosticaron una crisis económica.
Οι ειδικοί προέβλεψαν μια οικονομική κρίση.



























