Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
augurar
01
προβλέπω
predecir o anunciar algo que ocurrirá en el futuro, a menudo basándose en señales o intuición
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
auguro
γ΄ ενικό πρόσωπο
augura
ενεστώτα μετοχή
augurando
απλός αόριστος
auguró
παθητική μετοχή
augurado
Παραδείγματα
Las señales auguraban un mal desenlace.
Τα σημάδια προμήνυαν ένα κακό αποτέλεσμα.



























