el homínido
Pronunciation
/omˈiniðo/

Ορισμός και σημασία του "homínido"στα ισπανικά

01

ανθρωπίδης

miembro de la familia de primates que incluye a los humanos y sus antepasados evolutivos 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
homínidos
Παραδείγματα
El homínido caminaba erguido. 

Ο ανθρωπίδης περπατούσε όρθιος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store