Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El homínido
01
ανθρωπίδης
miembro de la familia de primates que incluye a los humanos y sus antepasados evolutivos
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
homínidos
Παραδείγματα
El museo exhibe cráneos de homínidos.
Το μουσείο εκθέτει κρανία ανθρωπιδών.



























