plenario
Pronunciation
/plenˈaɾjo/

Ορισμός και σημασία του "plenario"στα ισπανικά

01

ολομέλειας

que se realiza con la presencia de todos los miembros o en sesión completa 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
plenario
αρσενικό πληθυντικό
plenarios
θηλυκό ενικό
plenaria
θηλυκό πληθυντικό
plenarias
Παραδείγματα
Se celebró una sesión plenaria del congreso. 

Πραγματοποιήθηκε ολομέλεια του συνεδρίου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store