Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
plenario
01
ολομέλειας
que se realiza con la presencia de todos los miembros o en sesión completa
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
plenario
αρσενικό πληθυντικό
plenarios
θηλυκό ενικό
plenaria
θηλυκό πληθυντικό
plenarias
Παραδείγματα
El informe fue presentado en la asamblea plenaria.
Η έκθεση παρουσιάστηκε στην ολομέλεια.



























