Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tasar
01
αξιολογώ, εκτιμώ
determinar el valor de algo mediante una evaluación o estimación
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
taso
γ΄ ενικό πρόσωπο
tasa
ενεστώτα μετοχή
tasando
απλός αόριστος
tasó
παθητική μετοχή
tasado
Παραδείγματα
El banco requiere tasar la propiedad.
Η τράπεζα απαιτεί την εκτίμηση της ιδιοκτησίας.



























