Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
jónico
01
ιωνικός, ιόνιος
relativo al orden arquitectónico clásico caracterizado por columnas esbeltas y volutas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
jónico
αρσενικό πληθυντικό
jónicos
θηλυκό ενικό
jónica
θηλυκό πληθυντικό
jónicas
θεματικό πεδίο
arquitectura, estilo
Παραδείγματα
El templo presenta columnas de estilo jónico.
Ο ναός έχει κίονες ιωνικού ρυθμού.



























