apuntalar
Pronunciation
/ˌapuntalˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "apuntalar"στα ισπανικά

apuntalar
01

υποστηρίζω, ενισχύω

reforzar o sostener una estructura mediante puntales u otros soportes 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
apuntalo
γ΄ ενικό πρόσωπο
apuntala
ενεστώτα μετοχή
apuntalando
απλός αόριστος
apuntaló
παθητική μετοχή
apuntalado
Παραδείγματα
Tuvieron que apuntalar la pared dañada. 

Έπρεπε να στηρίξουν τον κατεστραμμένο τοίχο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store