Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
apuntalar
01
υποστηρίζω, ενισχύω
reforzar o sostener una estructura mediante puntales u otros soportes
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
apuntalo
γ΄ ενικό πρόσωπο
apuntala
ενεστώτα μετοχή
apuntalando
απλός αόριστος
apuntaló
παθητική μετοχή
apuntalado
Παραδείγματα
El equipo apuntaló los muros inestables.
Η ομάδα υποστήριξε τους ασταθείς τοίχους.



























