Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fidedigno
01
αξιόπιστος, έμπιστος
que es digno de confianza o merece credibilidad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más fidedigno
συγκριτικός βαθμός
más fidedigno
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
fidedigno
αρσενικό πληθυντικό
fidedignos
θηλυκό ενικό
fidedigna
θηλυκό πληθυντικό
fidedignas
Παραδείγματα
Es una fuente fidedigna de información.
Είναι μια αξιόπιστη πηγή πληροφοριών.



























