Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El fideicomiso
01
εντολή
contrato legal mediante el cual una persona entrega bienes a otra para que los administre en beneficio de un tercero
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
fideicomisos
Παραδείγματα
El fideicomiso asegura que los fondos se usen correctamente.
Η εμπιστοσύνη διασφαλίζει ότι τα κεφάλαια χρησιμοποιούνται σωστά.



























