Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
someter
01
υποβάλλομαι, υφίσταμαι
sufrir o experimentar algo, generalmente un proceso o tratamiento
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
someto
γ΄ ενικό πρόσωπο
somete
ενεστώτα μετοχή
sometiendo
απλός αόριστος
sometió
παθητική μετοχή
sometido
Παραδείγματα
Se sometió a una operación complicada.
Υποβλήθηκε σε μια περίπλοκη επέμβαση.



























