Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
resurgir
01
αναβιώνω, επανεμφανίζομαι
volver a aparecer o surgir después de haber desaparecido o disminuido
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
resurjo
γ΄ ενικό πρόσωπο
resurge
ενεστώτα μετοχή
resurgiendo
απλός αόριστος
resurgió
παθητική μετοχή
resurgido
Παραδείγματα
El problema volvió a resurgir tras la reunión.
Το πρόβλημα εμφανίστηκε ξανά μετά τη συνάντηση.



























