Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
especificar
01
προσδιορίζω, καθορίζω
indicar algo con precisión o detalle
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
especifico
γ΄ ενικό πρόσωπο
especifica
ενεστώτα μετοχή
especificando
απλός αόριστος
especificó
παθητική μετοχή
especificado
Παραδείγματα
El documento especifica todos los detalles.
Το έγγραφο καθορίζει όλες τις λεπτομέρειες.



























