especificar
Pronunciation
/ˌespeθˌifikˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "especificar"στα ισπανικά

especificar
01

προσδιορίζω, καθορίζω

indicar algo con precisión o detalle
especificar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
especifico
γ΄ ενικό πρόσωπο
especifica
ενεστώτα μετοχή
especificando
απλός αόριστος
especificó
παθητική μετοχή
especificado
Παραδείγματα
El documento especifica todos los detalles.
Το έγγραφο καθορίζει όλες τις λεπτομέρειες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store