Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
trascendental
01
σημαντικός, καθοριστικός
que tiene gran importancia o consecuencias decisivas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más trascendental
συγκριτικός βαθμός
más trascendental
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
trascendental
αρσενικό πληθυντικό
trascendentales
θηλυκό ενικό
trascendental
θηλυκό πληθυντικό
trascendentales
Παραδείγματα
Firmaron un acuerdo trascendental entre los países.
Υπέγραψαν μια σημαντική συμφωνία μεταξύ των χωρών.



























