Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
trasladar
[past form: trasladé][present form: traslado]
01
μεταφέρω
llevar algo o a alguien de un lugar a otro
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
traslado
γ΄ ενικό πρόσωπο
traslada
ενεστώτα μετοχή
trasladando
απλός αόριστος
trasladé
παθητική μετοχή
trasladado
Παραδείγματα
¿ Puedes trasladar estos archivos a otra carpeta?
Μπορείτε να μεταφέρετε αυτά τα αρχεία σε άλλο φάκελο ;
02
μετακομίζω
mudarse o cambiar de lugar donde se vive o trabaja
Παραδείγματα
Se trasladaron cerca de la playa para disfrutar el verano.
Μετακόμισαν κοντά στην παραλία για να απολαύσουν το καλοκαίρι.



























