Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
trasladar
01
μεταφέρω
llevar algo o a alguien de un lugar a otro
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
traslado
γ΄ ενικό πρόσωπο
traslada
ενεστώτα μετοχή
trasladando
απλός αόριστος
trasladé
παθητική μετοχή
trasladado
Παραδείγματα
Trasladaron al paciente al hospital central.
Μεταφέρουν τον ασθενή στο κεντρικό νοσοκομείο.
02
μετακομίζω
mudarse o cambiar de lugar donde se vive o trabaja
Παραδείγματα
Voy a trasladarme a otra ciudad el próximo mes.
Θα μετακομίσω σε άλλη πόλη τον επόμενο μήνα.



























