propicio
Pronunciation
/pɾopˈiθjo/

Ορισμός και σημασία του "propicio"στα ισπανικά

01

ευνοϊκός, κατάλληλος

que favorece o es adecuado para que algo ocurra 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el mas propicio
συγκριτικός βαθμός
mas propicio
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
propicio
αρσενικό πληθυντικό
propicios
θηλυκό ενικό
propicia
θηλυκό πληθυντικό
propicias
Παραδείγματα
El clima era propicio para la cosecha. 

Ο καιρός ήταν ευνοϊκός για τη συγκομιδή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store