Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
propicio
01
ευνοϊκός, κατάλληλος
que favorece o es adecuado para que algo ocurra
Παραδείγματα
El silencio era propicio para la concentración.
Η σιωπή ήταν ευνοϊκή για τη συγκέντρωση.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ευνοϊκός, κατάλληλος