Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
propicio
01
ευνοϊκός, κατάλληλος
que favorece o es adecuado para que algo ocurra
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el mas propicio
συγκριτικός βαθμός
mas propicio
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
propicio
αρσενικό πληθυντικό
propicios
θηλυκό ενικό
propicia
θηλυκό πληθυντικό
propicias
Παραδείγματα
El silencio era propicio para la concentración.
Η σιωπή ήταν ευνοϊκή για τη συγκέντρωση.



























