reiterar
Pronunciation
/rˌeɪtɛɾˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "reiterar"στα ισπανικά

reiterar
01

επαναλαμβάνω, τονίζω ξανά

decir o hacer algo otra vez para enfatizarlo o aclararlo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
reitero
γ΄ ενικό πρόσωπο
reitera
ενεστώτα μετοχή
reiterando
απλός αόριστος
reiteró
παθητική μετοχή
reiterado
Παραδείγματα
Reitero que no hubo cambios en el plan.
Επαναλαμβάνω ότι δεν υπήρξαν αλλαγές στο σχέδιο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store