Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
reiterar
01
επαναλαμβάνω, τονίζω ξανά
decir o hacer algo otra vez para enfatizarlo o aclararlo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
reitero
γ΄ ενικό πρόσωπο
reitera
ενεστώτα μετοχή
reiterando
απλός αόριστος
reiteró
παθητική μετοχή
reiterado
Παραδείγματα
Reitero que no hubo cambios en el plan.
Επαναλαμβάνω ότι δεν υπήρξαν αλλαγές στο σχέδιο.



























