Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El fotoperiodista
01
φωτορεπόρτερ, φωτοδημοσιογράφος
periodista que se dedica a informar mediante fotografías
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
fotoperiodistas
Παραδείγματα
El fotoperiodista cubrió la manifestación.
Ο φωτορεπόρτερ κάλυψε τη διαδήλωση.



























