Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El sucesor
01
διάδοχος
persona que sucede a otra en un cargo, título o posición
γραμματικές πληροφορίες
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Se discutía quién sería el sucesor del líder.
Συζητιόταν ποιος θα ήταν ο διάδοχος του ηγέτη.



























