Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El sucesor
01
διάδοχος
persona que sucede a otra en un cargo, título o posición
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
sucesores
Παραδείγματα
El rey nombró a su sucesor.
Ο βασιλιάς διόρισε τον διάδοχό του.



























