la témpera
Pronunciation
/tˈɛmpɛɾa/

Ορισμός και σημασία του "témpera"στα ισπανικά

01

τέμπερα, χρώμα τέμπερας

pintura artística elaborada con pigmentos y un aglutinante soluble en agua 
la témpera definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Usó témpera para pintar el paisaje escolar. 

Χρησιμοποίησε τέμπερα για να ζωγραφίσει το σχολικό τοπίο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store