Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tímido
01
ντροπαλός
que tiene dificultad para hablar o actuar en público por miedo o inseguridad
Παραδείγματα
No seas tímido, puedes hacer preguntas.
Μην είσαι ντροπαλός, μπορείς να κάνεις ερωτήσεις.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ντροπαλός