el píxel
Pronunciation
/pˈiksel/

Ορισμός και σημασία του "píxel"στα ισπανικά

01

εικονοστοιχείο, πίξελ

unidad mínima de una imagen digital o pantalla que representa un punto de color 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
píxeles
Παραδείγματα
La imagen tiene millones de píxeles. 

Η εικόνα έχει εκατομμύρια pixel.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store