picnic
pic
ˈpik
πικ
nic
nik
νικ
chic

Ορισμός και σημασία του "pícnic"στα ισπανικά

01

comida al aire libre que se lleva para comer fuera de casa 

el pícnic definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
pícnics
Παραδείγματα
Hicimos un picnic en el parque ayer. 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store