Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El pícnic
01
comida al aire libre que se lleva para comer fuera de casa
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
pícnics
Παραδείγματα
Hicimos un picnic en el parque ayer.



























