Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El beneficiario
01
δικαιούχος, λήπτης
persona que recibe un beneficio, pago o ventaja de una acción, contrato o sistema
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
beneficiarios
αρσενικό ενικό
beneficiario
θηλυκό ενικό
beneficiaria
neutral form
persona beneficiaria
Παραδείγματα
El beneficiario recibirá el pago en cinco días.
Ο δικαιούχος θα λάβει την πληρωμή εντός πέντε ημερών.
LanGeek



























