Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
patrocinado
01
χορηγούμενος, χρηματοδοτούμενος
que recibe apoyo económico o financiero de una empresa o entidad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el mas patrocinado
συγκριτικός βαθμός
mas patrocinado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
patrocinado
αρσενικό πληθυντικό
patrocinados
θηλυκό ενικό
patrocinada
θηλυκό πληθυντικό
patrocinadas
Παραδείγματα
La carrera fue patrocinada por varias empresas.
Ο αγώνας χορηγήθηκε από πολλές εταιρείες.



























