Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
patrocinar
01
χορηγώ
apoyar o financiar una actividad, frecuentemente con fines publicitarios
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
patrocino
γ΄ ενικό πρόσωπο
patrocina
ενεστώτα μετοχή
patrocinando
απλός αόριστος
patrocinó
παθητική μετοχή
patrocinado
Παραδείγματα
El banco decidió patrocinar la carrera.
Η τράπεζα αποφάσισε να χορηγήσει στον αγώνα.



























