Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La vocación
01
κλίση, κάλεσμα
inclinación o interés natural hacia una profesión, actividad o forma de vida
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
vocaciones
Παραδείγματα
Tiene vocación de médico desde joven.
Έχει κλίση στο να γίνει γιατρός από νεαρή ηλικία.



























