la vocación
Pronunciation
/bˌokaθjˈɔn/

Ορισμός και σημασία του "vocación"στα ισπανικά

01

κλίση, κάλεσμα

inclinación o interés natural hacia una profesión, actividad o forma de vida 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
vocaciones
Παραδείγματα
Tiene vocación de médico desde joven. 

Έχει κλίση στο να γίνει γιατρός από νεαρή ηλικία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store