volcar
Pronunciation
/bɔlkˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "volcar"στα ισπανικά

volcar
01

αφιερώνομαι

dedicarse por completo y con gran entusiasmo a una actividad o causa 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
vuelco
γ΄ ενικό πρόσωπο
vuelca
ενεστώτα μετοχή
volcando
απλός αόριστος
volcó
παθητική μετοχή
volcado
Παραδείγματα
Se volcó en el proyecto desde el primer día. 

Αφιερώθηκε στο έργο από την πρώτη μέρα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store