Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
volcar
01
αφιερώνομαι
dedicarse por completo y con gran entusiasmo a una actividad o causa
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
vuelco
γ΄ ενικό πρόσωπο
vuelca
ενεστώτα μετοχή
volcando
απλός αόριστος
volcó
παθητική μετοχή
volcado
Παραδείγματα
Se volcó en el proyecto desde el primer día.
Αφιερώθηκε στο έργο από την πρώτη μέρα.



























