Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El volcán
[gender: masculine]
01
ηφαίστειο
montaña que puede expulsar lava, ceniza y gases
Παραδείγματα
La lava sale del volcán.
Η λάβα βγαίνει από το ηφαίστειο.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ηφαίστειο