la vacante
Pronunciation
/bakˈante/

Ορισμός και σημασία του "vacante"στα ισπανικά

01

κενή θέση, θέση εργασίας

puesto o lugar disponible sin ocupar 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
vacantes
Παραδείγματα
Hay una vacante en el departamento de ventas. 

Υπάρχει μια θέση στο τμήμα πωλήσεων.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store