Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La baja laboral
01
αναρρωτική άδεια, ιατρική άδεια
periodo de ausencia del trabajo por motivos médicos o incapacidad temporal
γραμματικές πληροφορίες
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Solicitó la baja laboral tras la operación.
Ζήτησε αναρρωτική άδεια μετά την επέμβαση.



























