la baja laboral
Pronunciation
/bˈaxa lˌaβɔɾˈal/

Ορισμός και σημασία του "baja laboral"στα ισπανικά

La baja laboral
01

αναρρωτική άδεια, ιατρική άδεια

periodo de ausencia del trabajo por motivos médicos o incapacidad temporal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
bajas laborales
Παραδείγματα
Solicitó la baja laboral tras la operación.
Ζήτησε αναρρωτική άδεια μετά την επέμβαση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store