Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
currante
01
εργατικός
(España) persona que trabaja, especialmente de forma manual o en empleos no cualificados
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
curro
γ΄ ενικό πρόσωπο
curra
ενεστώτα μετοχή
currando
απλός αόριστος
curró
παθητική μετοχή
currado
Παραδείγματα
Es un currante que empieza a las seis de la mañana.
Είναι ένας εργατικός που ξεκινάει στις έξι το πρωί.



























