currante
Pronunciation
/kurˈante/

Ορισμός και σημασία του "currante"στα ισπανικά

currante
01

εργατικός

(España) persona que trabaja, especialmente de forma manual o en empleos no cualificados 
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
curro
γ΄ ενικό πρόσωπο
curra
ενεστώτα μετοχή
currando
απλός αόριστος
curró
παθητική μετοχή
currado
Παραδείγματα
Es un currante que empieza a las seis de la mañana. 

Είναι ένας εργατικός που ξεκινάει στις έξι το πρωί.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store