Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
currar
01
δουλεύω, εργάζομαι
trabajar, especialmente de forma informal o coloquial
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
curro
γ΄ ενικό πρόσωπο
curra
ενεστώτα μετοχή
currando
απλός αόριστος
curró
παθητική μετοχή
currado
Παραδείγματα
Tengo que currar mañana temprano.
Πρέπει να currar αύριο νωρίς.



























