currar
Pronunciation
/kurˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "currar"στα ισπανικά

currar
01

δουλεύω, εργάζομαι

trabajar, especialmente de forma informal o coloquial
currar definition and meaning
informal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
curro
γ΄ ενικό πρόσωπο
curra
ενεστώτα μετοχή
currando
απλός αόριστος
curró
παθητική μετοχή
currado
Παραδείγματα
Hay que currar duro para conseguirlo.
Πρέπει να δουλέψεις σκληρά για να το πετύχεις.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store