Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La sustitución
01
αντικατάσταση, υποκατάσταση
acción de reemplazar a una persona o cosa por otra
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
sustituciones
Παραδείγματα
Hubo una sustitución de jugadores en el segundo tiempo.
Υπήρξε αντικατάσταση παικτών στο δεύτερο ημίχρονο.



























