Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La sustitución
01
αντικατάσταση, υποκατάσταση
acción de reemplazar a una persona o cosa por otra
γραμματικές πληροφορίες
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La sustitución del sistema redujo los errores.
Η αντικατάσταση του συστήματος μείωσε τα σφάλματα.



























