Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La mano de obra
01
εργατικό δυναμικό
conjunto de trabajadores necesarios para realizar una actividad o producción
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La empresa necesita más mano de obra para el proyecto.
Η εταιρεία χρειάζεται περισσότερο εργατικό δυναμικό για το έργο.



























