la mano de obra
Pronunciation
/mˈano ðe ˈɔβɾa/

Ορισμός και σημασία του "mano de obra"στα ισπανικά

La mano de obra
01

εργατικό δυναμικό

conjunto de trabajadores necesarios para realizar una actividad o producción 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La empresa necesita más mano de obra para el proyecto. 

Η εταιρεία χρειάζεται περισσότερο εργατικό δυναμικό για το έργο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store